Δευτέρα, 27 Μαρτίου 2017

ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΤΟΥ ΘΡΥΛΟΥ ΥΙΩΤΑΣ ΣΤΡΑΤΗ (Θεατρικό Μονόπρακτο)


Γ      ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΤΟΥ ΘΡΥΛΟΥ  
Υ             ΥΙΩΤΑΣ ΣΤΡΑΤΗ   (Θεατρικό Μονόπρακτο)
  Υπότιτλος“ΜΑΝΑ ΣΟΥΛΙΩΤΙΣΣΑ”

1     1)  Τόπος
Πρόποδες  του χωριού Ζαλόγγου, στο βουνό Ζάλογγο.
(Χρόνος:  13 Δεκεμβρίου 1803)

2) Πρόσωπα
Α) Ένας Εισηγητής/ ή Εισηγήτρια
Β) Μάνα, και κόρη

3)      3)Ενδυμασίες μάνας και κόρης (κατ’ εκλογήν):
Της εποχής, ή και με σκούρα ρούχα

4) Υλικά
Ένα μπογαλάκι, ένα δεματάκι.
*******************************************************

                   Γυναίκες του Θρύλου
Εισηγητής:
Μέσα σε εκατό χρόνια -από το 1721-, δέκα φορές είχαν
επιτεθεί οι Τουρκ-αρβανίτες στους Σουλιώτες.
Στις 12 του Δεκέμβρη, 1803, ο Αλί Πασάς εξανάγκασε
τους εξαντλημένους πλέον κατοίκους των διάφορων
φυλών του Σουλίου να συνθηκολογήσουν και να φύγουν
από τον τόπο τους.  Έτσι, έφυγαν όλοι, εκτός από πέντε Σουλιώτες και τον καλόγερο Σαμουήλ, οι οποίοι παρέμειναν στο Κούγκι.  Όταν οι Τουρκ-αρβανίτες τους πλησίασαν, για να πάρουν το πολεμικό τους υλικό, ο ηρωικός καλόγερος με τους πέντε Σουλιώτες, σε μια τραγική, απελπισμένη διαμαρτυρία για την Ελευθερία, έβαλαν φωτιά στο μπαρούτι, έγινε έκρηξη στην πυριτιδαποθήκη, κι ανατιναχτήκανε όλοι στον αέρα. Οι υπόλοιποι, άντρες και γυναικόπαιδα, κάτω απ’ το εξαντλητικό κυνηγητό των εχθρών, σε τρεις περίπου μέρες έφτασαν  στο μοναστήρι του χωριού Ζάλογγο, στο ομώνυμο βουνό Ζάλογγο. Μα κι εκεί, δεν είχαν καλύτερη τύχη…

Η ιστορία που ακολουθεί, εμπνευσμένη από εκείνη τη
χρονική περίοδο, είναι δημιούργημα της συγγραφέως, με τίτλο: 
«Γυναίκες του Θρύλου»

Σκηνικό(Στην κορυφή του βουνού σε ένα απόμερο βράχο, η Μάνα μιλάει στοργικά στην κόρη της)

ΜΑΝΑ
- Έλα, μωρ-τσούπρα-μ’, έλα! κάτσ’ εδώ, κοντά μ’.
Α!  Όσο πάει κι μεγαλών’ η κοιλιά σου. Μυτερή-μυτερή…  Γιό-κα θα κάμεις, τσούπρα μ’. Ξέρω τί λιέω! Θα κάμεις τον άντρα σ’  περήφανο…

ΚΟΡΗ      (Πλησιάζει αργά)
-Κρύα η νύχτα απόψε, μάνα, όμως πιο κρύα η καρδιά μ’…

ΜΑΝΑ
- Κάτσε εδώ ΄πα. Έχουμε κάμποσα να πούμ’ οι δυο μας…

ΚΟΡΗ
- … Άσε που δεν μπόρεσα να ησυχάσω και να κλείσω λίγο τα μάτια μ’ απόψε… Μάνα, είδα κι ένα κοπάδι γύπες να τριγυρίζ’ το μοναστήρ’…

ΜΑΝΑ
- Δω πάνου πούμαστε, τι περιμέν’ς; Χελιδόνες;
Ο αγέρας, αντί νάναι κρύος και καθαρός, βρομάει μπαρούτ’, παγωμένο αίμα, και τσουρουφλισμένες σάρκες…                     (Σκύβει κοντά της)
Απόψ’ έρχετ’ ο θειός σ’… μαζί μ’ ένα Τουρκ-αρβανίτ’.
Είπαν πως φέρν’ καινούρια μαντάτα…

ΚΟΡΗ
-Τί σόϊ μαντάτα, μάνα μ’! Αφού τίποτα δεν έχουμε πια να μας πάρουν. Ούτε μια μπουκιά ψωμί να βάλουμε στο πικρό μας στόμα… Ρίζες κι άπλυτ’ αγριόχορτα τρώμ’… Αν τα βρούμ’ κι εκείνα…

ΜΑΝΑ (εμπιστευτικά)
-Σσσσουτ… Ο θείος σ’, είναι στο κόλπο… ότι είναι τάχα με το μέρος του Αγά…

 ΚΟΡΗ (διστακτικά)
- Ξέρου… Δεν τον ’μπιστεύομαι, μάνα μ’ … Οι γυναίκες κρυφομιλούν και λλιέν’ ότι είναι  προδότης ο αδερφό σ’...

ΜΑΝΑ (μ’ επίπληξη)
- Ποτέ μη ξαναπείς τέτοια λόγια για τον θειό σ’ . Ο Αλί τον διάλεξε επειδή ξέρ’ καλά τα μονοπάτια… μη ξεχνάς, μιλάει και τα αρβανίτικα.

ΚΟΡΗ
- Όχι, Μάνα μ’ , θα μπορούσε να του πει «Όχι»!
Έτσι θάκανα εγώ.

ΜΑΝΑ (Χαμηλώνει τη φωνή, και λίγο αυστηρότερα)
- Μωρ-τσούπρα μ’ , μην ανακατεύ-σαι με τσ’ αποφάσεις των Καπεταναίων. Αυτοί, ξέρουν πολύ καλά ποιος ήταν ο προδότης κι έπεσε το Κούγκι…

ΚΟΡΗ
- …κι εγώ τον ξέρω!  (σκύβει προς τη μάνα της)  …ο Πήλιος ο Γιούσης,  ΄λλιέν’, μα ποιος ξέρει την αλήθεια…

ΜΑΝΑ
- Τσούπρα! Μην ανακατεύ-σαι σου είπα!
Ξέρει ο θειός σ’  τί κάνει!  Τάχα πηγαινόρχεται και μας φέρνει τρόφιμα από την Πάργα, για να ξεγ-λάσει τον Καπ’τάν Τζαβέλα και τους άλλους και να τους πάρει λόγια, …όμως, στην πραγματικότητα σε εμάς θα μας μαρτυρήσει τα σχέδια του Αγά! Άκου, όμως. Τώρα δεν είναι ώρα γι’ αυτά. Εδώ ξεμοναχιαστήκαμ’, για ν’ ακούσεις με προσοχή ό,τι σ’ λλέω, κόρη μ’. Μίλησα και με την Μόσχω, την Τζαβέλαινα… κι αυτή συμφώνησε μαζί μ’. Για απόψε έχουμ’ είδηση ότι τα «σκυλιά», θα μας επιτεθούν ύπουλα, …κατά τα ξημερώματα, πριχού να φέξ’ ο ήλιος

ΚΟΡΗ (ταραγμένη, προστατεύοντας την κοιλιά της)
-  κι εγώ;… Εμείς; Τι θα κάνουμε;

ΜΑΝΑ (σιγανά, μα με σταθερή φωνή)
- εσύ, θα πας  μαζί με το θειο σ’…

ΚΟΡΗ (ανασηκώθηκε)
- Τί είπες, μάνα μ’! Ιγώ, δεν πάω πουθ΄νά! Ιδώ θα μείν’, μαζί σας. Μαζί με όλους…

ΜΑΝΑ
-  Ότι και να ΄λλιες, ΕΓΩ μιλάω! Αυτό, έχει κανονιστεί από μέρες.

ΚΟΡΗ
- Μη με τρελιέν’ς, μάνα μ’. (Βάζει το χέρι στην κοιλιά ) Να!
Χοροπ΄δάει το σπλάχνο μέσα μου! βάλ’ εδώ το χέρι σ’,
να δεις!  (πιάνει το χέρι της μάνας της και το βάζει πάνω στην κοιλιά της)

ΜΑΝΑ
(με το χέρι στην κοιλιά τής κόρης της)
-Μπα! …Πεινασμένος είν’ ο γιόκας σ’, φαγάκι θέλει…
Κοίτα. Εδώ σου έχω αυτό το μπογαλάκ’ .
Κρύφτο μέσα στον κόρφο σ’, να μη το δει κανείς…

ΚΟΡΗ (υπάκουη μα φοβισμένη)
- …Τί έχεις εκεί μέσα, μάνα μ’ ;

ΜΑΝΑ
- …τρεις ρουφ’ξιές νιρό,  μια πατάτα βρασμέν’ για να σου
δώσει λίγη δύναμη ως που να φτάσετε πίσω στην Πάργα,
…α, κι ένα πανί μουσκεμένο με λίγο λάδ’, για να …μυρώσεις
το μωρό σ’,  όταν σ’ βγει…

ΚΟΡΗ
-Σώπα Μάνα! Έχω δυο μήνες ακόμ’! Σε θέλω κοντά μ΄ !

ΜΑΝΑ
- Δυο μήνες! Εδώ, εμείς, μετράμ’ τις ώρες και τα
δεφτερόλεφτα, μωρ τσούπρα-μ’! ΕΣΥ να μετράς τις μέρες (την αγκαλιάζει) αυτός, κι εφταμηνίτικος να βγει,… γερός θα είναι…
Εγώ να ειδώ πώς θα φιλέψω, τάχατες, τον αδερφό μ’ , για να του δώσω κρυφά το φαρμάκι που θα το πιεί ο Τουρκαρβανίτης… Έλα, γιατ’ όπου νάναι, έρχονται. Τους κρυφο-παρακολουθούν πίσ’ απ’ τα βράχια, καθώς ανεβαίνουν τις στροφές στο μονοπάτι…

ΚΟΡΗ (τρέμει)
- Πέσμου, μάνα, τι θα τον κάνετ’; Κι εσύ, μάνα μ’, εσύ, μετά, πού θα πας, τι θα κάν’ς;

ΜΑΝΑ
-Τί τα ρωτάς αυτά, μωρ τσούπρα-μ… Όταν ζαλιστεί ο άθεος
και το ρίξει στον ύπνο, θα του βουλώσουμ’ το στόμα, θα τον δέσουμ’ χειροπόδαρα, και θα του πάρουμ’ την κάπα και το
σκουφί τ’. Τη κάπα θα τη ρίξουμ’ απάνου σου, εσύ, θα μαζέψεις τις πλεξούδες σαν σε κουβάρι, θα φορέσεις τον σκούφο τ’, και θ’ανέβεις προσεχτικά στο μουλάρ’. Μετά, εσύ κι ο θειός σ’, θα γυρίστε πίσ’ απ’ το κρυφό μονοπάτ’ για να πάτε στην Πάργα. …
Ο αδερφός μ’, ξέρει σε ποιον θα πάτε για να κρυφτείτε…
Μπορεί να πάτε στην Γουμενίτσα, μπορεί στην Κέρκυρα… 
ώσπου να ειδοποιηθεί ο άντρα σ’ , … εσύ, από τον φόβο σου, θάχ’ς  κάνει και τον γιόκα τ’…

ΚΟΡΗ
-  Τι λλιες, βρε μάνα μ’ ! Έχασες τα λογικά σ΄; … Θέλεις να χάσω το π’ δί;  Εγώ, εγώ θα το γεννήσω πριν την ώρα μ’!       
(Τρίβει προστατευτικά την κοιλιά της)

ΜΑΝΑ (σοβαρή-σοβαρή)
- Άκου, κόρη μ’! Εμείς, ’δω ’πάν’, κοιτάμ’ πώς να ξεκάνουμ’ τσι εχθρούς.
Εσύ, θες να μου πεις πως δεν μπορείς να κουμαντάρεις
ένα χαϊβάν’;  Μπα! Ας γενν’θεί εφταμηνίτκο! Τυλίξτε το στην κάπα σ’… Στύψ’ το στήθος σ’ καλά στο στόμα τ’ να γλυκαθεί και βύζαξέ το να φάει… ούτε μιλιά, ούτε λαλιά!
κι αυτός, θα δεις, θα γίνει μεγάλος  καπ’τάνιος…

ΚΟΡΗ  (Κλαίγοντας)
- Μάνα μ΄, μή με διώχνεις! Θέλω να είμαι μαζί σας, μάνα. Τόσοι νοματαίοι, τόσες γυναίκες και παιδιά… μερικά απ’ αυτά, είναι μόλις χρονιάρκα…
Γιατί να εξαιρείτε το δικό μου…

ΜΑΝΑ (με το χέρι στους ώμους της κόρης της)
-Το δικό σ’,  είναι αίμα της Τσαβαίλενας. Ποτέ μη το ξεχνάς.
Όσο για ’μάς, άσε μας. Εμείς, έχουμ’ άλλη μοίρα.
Οι άντρες μας, δω πάνου, πολεμάν’ σαν τα λιοντάρια.
Δεν μπορούν να μας έχουν έγνοια. Οι άλλοι, σαν και τον δ’κό σου, που λείπουν, το ξέρεις, είναι οι μορφωμένοι, έχουν πάει μακριά, και ξέρουν πώς να ζητήσουν βοήθεια απ’ τους δυνατούς.
Πριχού από μας, έχουν γίνει τόσες επιθέσεις, τσούπρα μ’…
Δεν στο’χω πει; Πάνω από εκατό χρόνια μας πολεμούν…
Αμ, γιατί νομίζεις σκαρφαλώνουμ’ από κορφή σε κορφή, σαν τα αγριο-κάτσικα…
για να μη μας φτάνουν οι Τουρκ-αρβανίτες και μας μαγαρίσουν. …      Μ’ αυτοί, εκεί, από κοντά… Θέλ’ν να μας ξεκάνουν... κι άκου… μη κλαίς! Εμείς, όλοι εμείς, δεν μας πρέπει να κλαίμε.

ΚΟΡΗ (σκουπίζει τα μάτια της)
-  Δεν μπορώ, μάνα μ’ , δεν γίνεται… Εσείς τι θα γίνετε;

ΜΑΝΑ
- Μη κλαις, κόρη μ’! Δεν καταλαβαίν’ς; Εμείς, Δεν θ’ αφήσουμ’ τους άντρες που πολεμάνε, να μας έχουν έγνοια… 
…Δεν μπορεί να παρατάν’ τον πόλεμο για να μας υπερασπιστούν. ……   …..
Έτσι ή αλλιώς, οι ίδιοι οι άντρες μας θα μας σκοτώσουν,
να μη πέσουμε ζωντανές στα χέρια των εχθρών…

ΚΟΡΗ
- Μα, δεν τους φταίμε τίποτα. Μάνα μ’! Γιατί;

ΜΑΝΑ (με τραγική σταθερότητα)
-Γιατ’ αν μας πιάσουν, θα βγάλουν την λύσσα τους πάνω μας… θα μας μπήξουν τις μαχαίρες στην κοιλιά, στο στήθος, θα μας κόψουν τα στήθια, θα μας ξεριζώσουν τη καρδιά και θα την πετάξουν στα κάρβουνα … ή στα όρνια, …θα μας βιάζουν σαν τα ζώα, θα μας ξεσχίσουν, … θα μας βγάλουν τ’ άντερα, κόρηηηη! 

ΚΟΡΗ
-Σώπα, μάνα. Σώπα! Ζαλίζουμ’, θα λιποθυμήσω! Εδώ ’πάνου είστε ’πάνου από πενήντα γυναίκες!!! Άσε τα μωρά…

ΜΑΝΑ
- Γι’ αυτό, εσύ, ΠΡΕΠΕΙ να γυρίσεις πίσω. Διότι έχεις μέσα σ’ σπόρο καπεταναίϊκο, να τον κάνεις γίνει λιοντάρι και να ξεπαστρέψουν τους άθεους.

ΚΟΡΗ (απελπισμένη)
- Μα, εσείς; Εσείς;

ΜΑΝΑ
- Εμείς, θα ξεκολλήσουμ’ με τα χέρια μας τα βράχια και θα τα πετάμε στους εχθρούς…
πέτρες, ξύλα, ότι βρούμ’ κι όσο πάει… Είμαστε αποφασισμένες, να βοηθήσουμε τους άντρες…
να σώσουμε την τιμή μας…

ΚΟΡΗ
- και… τον Τουρκ-αρβανίτη; Τι θα τον κάνετε;

ΜΑΝΑ (γελάει με ειρωνεία)  - Αυτός; Αυτός, θα πάει πρώτος.
Θα τον κυλήσουμε στο γκρεμό σαν άδειο βαρέλι. Αυτοί, χρόνια πίνουν το αίμα μας. Έτσι καλο-ταϊσμένοι που είναι…
Όσο γι’ αυτόν, θα γίνει στρωματσίδ’ στα μυτερά βράχια…

ΚΟΡΗ
…κι εγώ μαζί σας, μάνα μ’, κι εγώ!   (της κρατάει το χέρι)

ΜΑΝΑ
- Εσύ, κόρη, δεν έχεις μερδικό σ’ αυτά. Εσύ είσαι ταγμένη για άλλα. Εσύ μεταφέρεις τη ΖΩΗ του Αρχηγού! Την συνέχεια του Αγώνα. Εσύ θα γεννήσεις την αυριανή Λευτεριά. Την αυριανή Ανάσταση!
Έλα, μωρ-τσούπρα-μ’ να σ’ αγκαλιάσω.
(Αγκαλιάζονται σφιχτά)…
Άκου… Κόρη μου! αφουγκράσου…
Κάπου, ποιο κάτου…  στη ρίζα του βουνού, κυλάν’ τα νερά
του ποταμού Αχέροντα που πήγαιναν τους αποθαμένους…. Έτσι 'λλιέγανε οι παλαιοί! Εγώ, σ’ λλέω, δεν τα πιστεύω αυτά.
Εμείς, θα συναντηθούμ’ απάνου απ’ τα σύννεφα. Εκεί, πιο
πάρα-πάνου, είναι η χώρα της Λεφτεριάς…
Κάποια μέρα,
θα ιδωθούμ’ μαζί, και τότε όλοι μας θα δουμ’ όλες τις χαρές που μας στέρησαν…  κι   άκου! 
Στο δρόμο σ’, στον κατήφορο, να μην ακούς τον γδούπο απ’ τα κορμιά μας σαν θα πέφτουμ’ από τους Βράχους,
ούτε τις κραυγές, ούτε τους πόνους μας…    
Ν’  ακούς μόνο το τραγούδι μας, σαν θα γίνουμ’ αετοί, αετο-μάνες με τα αετόπουλα αγκαλιά… και θα πετάμε  για την ποθητή Λεφτεριά…  

ΚΟΡΗ (βγάζει δειλά, από τον κόρφο της ένα χαρτί)
- Έχω κι εγώ γράψει, Μάνα μ’, κάτι για σένα. Τις νύχτες που δεν με λίγωνε ο ύπνος, τότε που κλώτσαγε το παιδί μου λες και θάβγαινε ολόρθο από μέσα μου… έβγαζα κρυφά-κρυφά το τεφτέρι, το ακουμπούσα πάνω του και με την μύτη του μολυβιού άφηνα να μείνουν όσα δεν μπορούσα να πω… όσα για όλους σας δεν μπορούσα να ψιθυρίσω…  (διαβάζει)       

ΜΑΝΑ, ΣΟΥΛΙΩΤΙΣΣΑ
Γερές, βαθιές, οι ρίζες σου στα βάθη των αιώνων,
Πανελληνίδα Μάνα Εσύ, ελπιδοφόρων χρόνων.

Μπορεί να’ χες το άκουσμα Γαία, ΄Ηρα, Εστία,
Λητώ, Εκάβη, Άρτεμις, Μαρία, Αθηνά, Σοφία.
Συμβολικά ονόματα, βαθύπνοα νοήματα,
θρύλοι αλλοτινής ζωής, σημερινά μηνύματα.

Μητέρα, κόρη, αδελφή, σεμνή, ωραία γυναίκα,
της αριστείας βαθμός υπέρτατο το Δέκα.
Τύχης ενάρετης ευχή, καλοσυνάτο νεύμα,
Εύθραυστοι οι ώμοι που κρατάς Δόξα, Τιμή και Πνεύμα.

Με σύνεση, Γυναίκα εσύ, Ιέρεια διαλεγμένη,
στο Πάνθεο των Γυναικών, επάξια τιμημένη.

Για υψηλά οράματα, για λαξευμένους στόχους,
ρίξε τους σπόρους του σταχιού, πρασίνισε τους λόφους,
τους ώμους σκέπασε της γης απ’ το σκληρό χαλάζι,
δέσε στο Τόξο τ’ ουρανού της θάλασσας τ’ ατλάζι.

Ύφανε την Παγκόσμια πολύχρωμη χλαμύδα
μ’ Ελευθερία ποθητή κι αστείρευτη Ελπίδα.
Είθ’, απ΄ τα τρίσβαθα του νου, Άξια η σπορά να γίνει,
να βρει το δρόμο η καρδιά για Λεφτεριά κι Ειρήνη!...

ΜΑΝΑ (την φιλάει στα γρήγορα) 
-Είδες, που στο είπα;
Εσύ, ο γιος σου κι άλλοι σαν εσάς θα φέρουν τη Λεφτεριά.
Έλα, παιδί μου, αγκαλιασμένες, να σιγο-τραγουδήσουμε μαζί:
 «…΄Εχε γεια καημένε κόσμε /
 έχε γεια γλυκιά ζωή (2χ)
 και συ, δύστυχη πατρίδα /  
έχε γεια παντοτινή (2χ)
Ρεφραιν: 
Έχετε γεια βρυσούλες, λόγγοι, βουνά, ραχούλες.
              Έχετε γεια βρυσούλες, κι εσείς Σουλιωτοπούλες.

Στη στεριά δε ζει το ψάρι / 
ούτ’ ανθός στην αμμουδιά   (2χ)
κι οι Σουλιώτισσες δεν ζούνε / 
δίχως την Ελευθεριά… (2χ) 

                                         ΤΕΛΟΣ
================================================
Το έκλεψα απ' την ΓΙΩΤΑ ΣΠΑΝΟΥ - ΣΤΡΑΤΗ, ΕΔΩ!

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου