Παρασκευή, 19 Μαΐου 2017

Γιώργος Μίχος, «Βιογραφισμός και Ψευδής Οικειότητα στο Διαδίκτυο»

Γιώργος Μίχος, «Βιογραφισμός και Ψευδής Οικειότητα στο Διαδίκτυο»

ΙΟΥΝ 10

Κατηγορία: Αναγνώσεις, καταχώρηση από: Σωτήρης Παστάκας


Ο βιογραφισμός ως λογοτεχνική άποψη δεν θα κριθεί από τη χειρονομία εκείνου που η αγάπη του για ένα έργο τον κάνει να προσεγγίζει το βίο του συγγραφέα για διαπιστώσει σε επίπεδο εξωλογοτεχνικό σχέσεις με εξουσίες, συνέπεια ζωής και έργου, παραδείγματα συμπεριφοράς για χρήση από κάποιον που γράφει. Θα κριθεί από την αργή μεταστροφή του και την αναγωγή του σε εξήγηση του λογοτεχνικού έργου καθώς αγοραίες απόψεις χαμηλού επιπέδου μεταφέρονται από τα ριάλιτυ σόου στη γραφή. Μαζί και τα σχολεία ποίησης κι άλλες φαιδρές αμερικανιές. Διότι και το λογοτεχνικό έργο είναι επιδεκτό χειρισμού από την παραφιλολογία και το κουτσομπολιό. Η πρόθεση είναι που προφυλάσσει και που καθορίζει τη χρήση. Όχι το υλικό. Και ο βίος του λογοτέχνη δεν διαφέρει εξ ορισμού από το βίο οποιουδήποτε ανθρώπου. Εκτός από την ψευδαίσθηση εκείνου που πιστεύει ότι δεν έχει την έλλειψη και τον πριμοδοτεί με τα απωθημένα ευτυχίας του.
Τα τελευταία χρόνια και πρν ακόμα την έλευση του διαδικτύου, ο βιογραφισμός πήρε μιαν επικίνδυνη τροπή, (παρά τη δυσφορία κάποτε και μεγάλων λογοτεχνών , βλέπε Σεφέρης, ή την επισταμένη προσπάθεια να περιφρουρήσουν την ιδιωτικότητά τους, βλέπε Ελύτης), η λογοτεχνία εν μέρει για το γεγονός ότι έπεσε σε ανθρώπους που την χρησιμοποίησαν για κοινωνική άνοδο και εν μέρει γιατί το ήθος των αναγνωστών διαπαιδαγωγημένων από λαϊκές φυλάδες, μετέφερε μιαν αντίληψη παρμένη από νοοτροπίες του σταρ σύστεμ και την έκανε κυρίαρχη.
Έτσι η προσπάθεια της λογοτεχνίας να παράγει πολλαπλές αναγνώσεις συρρικνώθηκε σιγά σιγά, και με την εισαγωγή της στα ποσοτικά κριτήρια των εξετάσεων για τα πανεπιστήμια, δημιούργησε αυτό που θα χαρακτηρίζαμε διαστροφή του βιογραφισμού. Το υλικό στεγνώνει σε μια μονοσήμαντη ανάγνωση και ο ποιητής ή ο συγγραφέας γίνονται οι μοναδικοί και αυθεντικοί κάτοχοι του νοήματος του γραπτού τους. Οι συνεχείς πιέσεις στην κα Δημουλά από διάφορους διεστραμένος αυτού του τύπου είναι χαρακτηριστικές. Ταυτόχρονα η οπιαδήποτε σοβαρή άσκηση κριτικής καταρρέει σε έναν ψυχαναγκασμό της θετικότητας. Η κριτική γίνεται παρουσίαση και υπέρτατο κριτίριο αξίας, το απνευστί, το μονορούφι της ανάγνωσης.
Αυτή η μονοδιάστατη άποψη και η αναγωγή του κουτσομπλιού σε λογοτεχνική πρακτική για την απόλαυση του κειμένου, είχε και μιαν άλλη ανυπολόγιστη συνέπεια από τη μεριά της γραφής. Στο βαθμό που η λογοτεχνία γίνεται ένα κυνήγι δικαιωμένου βίου από τη φήμη, με όλα τα χαρακτηριστικά ενός χυδαίου αμερικανισμού ως προς την αντίληψή της, γέμισε την αγορά με γραφομανείς, οι οποίοι έσπευσαν να καταγράψουν τους λόγους της αυτοδικαίωσης, που συνήθως ακούγονται στο γραφείο ένος ψυχαναλυτή, με απότερο στόχο, και με το συνεχές χαμήλωμα του επιπέδου των απαιτήσεων της τρέχουσας παραγωγής, “να κάνουν την καλή'. Και κάποιοι την έκαναν. Διαγκωνιζόμενοι ενίοτε με τους “κεκυρωμένους' λογοτέχνες.
Αυτός ο πληθωρισμός γραφής με την εγγυημένη ασημαντότητα, έγινε ταυτόχρονα ένα πεδίο ενεργειών για υπεράσπισή της σώματι παρουσίας. Νομαδικές περιπλανήσεις συγγραφέων από χωρίου εις χωρίον, να υπερασπίσουν τις πωλήσεις των προϊόντων του ψυχικού παραληρήματός τους, να δικαιώσουν το βίο τους επιτόπου με μια συνέντευξη στα τοπικά μέσα, να υπερβούν σε πρωτοτυπία αθλιότητας τους προηγούμενους, και να πολλαπλασιάσουν τις προσπάθειες να εγγραφούν σε μια μνήμη που λέγεται Ιστορία της Λογοτεχνίας και που επίμονα αρνείται να τους καταγράψει, προωθώντας μόνο αυτούς που υπήρχαν στις καταγραφές πριν το γραφομανιακό μπουμ, και επιφυλάσσοντας τους την λήθη των ευπώλητων, που διαβάζονται για να πεταχτούν στα προηγούμενα σκουπίδια των εκμυστηρεύσεων της προσωπικής ανάλυσης του κάθε συγγραφέα. Η μη καταγραφή στην ταινία της Ιστορίας της Λογοτεχνίας αυξάνει την αγωνία και πολλαπλασιάζει τις προσπάθειες και εκφυλίζει τους τρόπους. Εκτός από τους ψυχαναγκαστικούς, οι αναγνώστες σιγά σιγά εγκαταλείπουν, όπως και αντιθέτως, οι αναγνώστες του χαμηλού αυτού επιπέδου επιφυλάσουν τον ίδιο χειρισμό στα έργα της υψηλής λεγόμενης λογοτεχνίας. Η κα Μπιχλιμπίδου και ο Φλωμπέρ εξισώνονται στην σεξουαλικής αναπλήρωσης μηχανή της ανάγνωσης που είναι η ελληνίς μεσαίας ηλικίας.
Όταν το διαδίκτυο αποκτά μιαν επαρκή παρουσία στην ελληνική κοινωνία, όπως είναι φυσικό αυτό το πανδαιμόνιο μεταφέρεται και εκεί. Το διαδίκτυο έχει δύο χαρακτηριστικά. Ευνοεί την έκφραση της φαντασίωσης του γράφοντος και δίνει μιαν αίσθηση ψευδούς εγγύτητας στον αναγνώστη. Είναι χαρακτηριστική η πλάνη μιας πολύπειρης δημοσιογράφου των πολιτιστικών που αγνοούσε στοιχειώδεις λειτουργίες της διαχείρισης των ιστολογίων, να πιστεύει ότι κάθε κείμενο που διάβαζε προϋπέθετε την παρουσία του συντάκτη πίσω από το πληκτρολόγιο όλη τη μέρα. Με τον συνδιασμό του βιογραφισμού ως πρόθεσης και της εγγύτητας ως ψευδαίσθησης παρουσιάζεται μια παθολογία, απαρατήρητη από δημοσιογράφους και κοινωνιολόγους οι οποίοι αρκούνται στο να μυρικάζουν τα στερεότυπα: παιδεραστία, τρομοκρατία, εξάρτηση, εξυπηρετώντας την περιρρέουσα τεχνοφοβία. Εν τω μεταξύ οι ψυχικές κρίσεις σε πραγματικό χρόνο στο διαδίκτυο πολλαπλασιάζονται.
Όλη η αδεξιότητα στην διαχείρηση της οικειότητας που εμφανίζεται στην καθημερινή παθολογία εκτός διαδικτύου μεταφέρεται κι εδώ. Το διαδίκτυο είναι ισπανικό πανδοχείο. Όπερ σημαίνει ότι ο καθένας βρίσκει μέσα ότι φέρει μαζί του από εκτός. Με μια σημαντική διαφορά. Ότι οι ψυχολογικές άμυνες που παρέχει κυριολεκτικά το δέρμα μας, απουσιάζουν. Και ότι ευνοείται η επικοινωνία μεταξύ φαντασιακών. Συν το γεγονός ότι η κίνηση στην πραγματική ζωή στο χώρο έχει συρρικνωθεί σε μερικά κλικ. Ψευδαίσθηση που γίνεται πρόξενος πόνου στις αθεράπευτες εμμονές που παράγει.
Τα παραδείγματα μαζικών επιθέσεων μέσω κοινωνικών δικτύων σε πρόσωπα μη αρεστά, αποτελούν τις μεγάλες επεκτάσεις μικρών μαζικών επιθέσεων και παρενοχλήσεων που διεξάγονται καθημερινά. Όποιος υπάρξει αφελής να δώσει στους άλλους περισσότερα προσωπικά στοιχεία από όσα έχει για αυτούς, υποβάλλεται στην στρεσογόνο πίεση που ξέρουν όλοι οι ψιχίατροι με τη μορφή του “μιλάνε για σένα'. ( Εδώ το αρχείο με τις ενός χρόνου συζητήσεις δύο κατά τα άλλα μορφωμένων καθηγητριών σε διαλόγους των οποίων η αθλιότητα υπερβαίνει κάθε φαντασία.) Στο βαθμό που κάποιος έχει ψυχική συγκρότηση, αν δεν έχει αυτή την παιδεία κιόλας απέξω, μπορεί να χρησιμοποιήσει τα κοινωνικά δίκτυα σαν σχολείο επωνυμότητας και να πάρει τις αποστάσεις του από τα ακροατήρια, που λόγω της οικειότητας και της έκφρασης του φαντασιακού, απελευθερώνουν με λόγο αυτό που διαβάζεις στο πρόσωπό τους στις δημόσιες και εκτός διαδικτύου αγορεύσεις όταν παραμένουν σιωπηλοί. Φιλοδοξία χωρίς έρεισμα και διαθεσιμότητα για εξευτελισμό φτάνει να προσπορίσουν δημοσιότητα. Πελατειακή σχέση με την επωνυμότητα, από καθέδρας έως κλίνης.
Εξειδικεύοντας το στη λογοτεχνία των γραφομανών, ο κάθε λογοτέχνης είναι διαφημιστής του εαυτού του εναντίον όλων. Η οποιαδηπότε αποτίμηση των πεπραγμένων του δεν κρατάει κανένα σχεδόν ενημερωτικό πρόσχημα, γίνεται μια στυγνή και ανέλπιδη επιδίωξη φήμης όταν όλοι οι ιμάντες που θα συνέλεγαν τα τυχαία περιστατικά δημοσιότητας σε κάτι μνημικά πιο σταθερό έχουν σπάσει, και οι δράσεις καίγονται σαν τα πυροτεχνήματα αυξάνοντας την αγωνία και προκαλώντας άλλες δράσεις. Με τον ίδιο τρόπο δημιουργούνται και διαλύονται γρήγορα κάποιες συμμαχίες για εκ του συστάδην επίθεση στη φήμη. Εκείνοι που βρίσκονται μόνιμα στην επκαιρότητα καθώς έχουν μια θεσμισμένη θέση στη δημοσιότητα γίνονται αντικείμενα αμφιθυμικής έκφρασης αγάπης, μίσους.
Μια δημοκρατική και υπερθερμασμένη μεταφορά του κλίματος του τύπου στην οποία βρίσκονται ερριμένοι άνθρωποι που μετά από χρόνια μονόδρομης κατανάλωσης πληροφοριών γίνονται αδέξια πομποί. Απροστάτευτοι ακόμα και από τις ίδιες τους τις φαντασιώσεις. Μέσα σε αυτό το παδαιμόνιο διαξιφισμών κάθε κύρωση εκτός διαδικτύου, ως εγγύηση καλύτερης μνημικής πρόσβασης στο ανύπαρκτο αρχείο χαίρει ιδιαιτέρας εκτιμήσεως και αναπαράγεται. Γιατί το διαδίκτυο έχει μνήμη χρυσόψαρου. Όσο κι αν ελάχιστοι συνειδητοποιούν ότι είναι τα ψάρια που κολυμπάνε μέσα σε αυτό το ενυδρείο. Όπου βρίσκουν και εφευρίσκουν νέους τρόπους απόλαυσης της δημοφιλίας. Δημοφιλία που ανακυκλώνεται εντός και που ψάχνει στις εφαπτομένες της εκτός κάτι που σπανίζει και εντός και εκτός, την αναγνώριση και τη δόξα.
Στο διαδίκτυο επίσης όπως και παντού, όσο και να κατέβει το επίπεδο των απαιτήσεων, σπανίζει αυτό που δεν μπορεί να αποκτηθεί με τεχνικές προβολής και προσπάθειες, το αληθινό ταλέντο. Οι απεγνωσμένες προσπάθειες ψυχαναγκασμένων και εμμονικών να προσεγγίσουν το δράστη του κειμένου που τους γοήτεψε για να πετύχουν ένα πλεονέκτημα, ενισχυμένο από την ψευδαίσθηση εγγύτητας, πολύ σύντομα βρίσκει την αλήθεια του, που είναι παλαιόθεν η αλήθεια κάθε εκ του σύννεγγυς προσέγγισης: ότι ο Ναπολέων δεν ήταν μέγας για το ράφτη του. Συνοδευμένο από μια απόρριψη, που η δυσκολία να τη δεχτούν εξαρτάται από το πόσο ερεθισμένο ήταν το φαντασιακό τους όταν επειχείρησαν την προσέγγιση. Και τις πιο πολλές φορές με μερικές τελευταίαες αντεπιθέσεις στη διάψευση, πριν πάνε στην άφάνεια να γλείψουν τις πληγές τους.
Το πόσο αυτό μπορεί να χρησιμοποιηθεί για λευκοπλάστης στις ζωές που επιστρέφουν γιατί το πρόσωπο του οποίου τη γραφή θαύμασαν δεν αναταποκρίνεται στις φαντασιώσεις τους θα γράψει ένα ακόμα κεφάλαιο στη σάγκα που συνεχίζει να γράφει ένα ανερμάτιστο πολιτιστικά κοινό νεοπλούτων που είναι το έλληνικο. Περαστικά σε όλους τους ματαιόσπουδους. Και ευχαριστίες σε όλα τα πειραματόζωα.
Υ.Γ.
Προσωπικά και με μερικούς φίλους δεν ξεχνάμε ότι δεν γίναμε λογοτέχνες εδώ και επιπλέον ξέρουμε ότι τα μεγάλα θαύματα κρατούν τρεις μέρες και το αίμα τοματοπελτές. Καλό θα είναι να το θυμούνται κι όσοι νομίζουν ότι απέχουμε μονάχα ένα κλικ. Είναι άκομψο να σε πιέζουν να θυμήσεις διαφορές επιπέδων. Διότι δεν υπάρχει επίπεδο. Όλα τα επίπεδα είναι καλυμμένα, που θα έλεγε κι ο Πόρτσια.
Υ.Γ.2 Κάποια μέρα θα σας γράψω το Αλμανάκ
του γλειψίματος που χρησιμοποιούν στα ιστολόγια.
Και για τις τεχνικές εκείνων που κάνουν δήθεν ανθολογίες
για να προωθήσουν το έργο τους.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου