Κυριακή, 31 Δεκεμβρίου 2017

... Ο χρόνος πώς φεύγει και πόσο βιαστικός έρχεται!

"ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ, ΧΡΟΝΙΑ ΚΑΛΑ! ΧΡΟΝΙΑ ΣΥΝΕΙΔΗΤΑ!"

Αγάντα για ό,τι μας παίρνει, κι ακόμα πιο μεγάλη, για ό, τι μας φέρνει! 
Δεντράκια είμαστε, ευλύγιστα, θέλει ψυχή να μην ξεριζωθούμε!
Έχουμε;
Πόση αλήθεια, μας απέμεινε;
Χρέος μας να την βρούμε, ακόμα κι αν πρέπει να σηκώσουμε βράχια...
Με αγάπη (σε άλλο νούμερο... απ'  αυτά που κυκλοφορούν, εν έτει 2017), Καλωσορίζω το 2018 που "φοβερίζει"... μα, δε με σκιάζει.
Παρούσα, σαν έτοιμη από καιρό,
Κατερίνα με λένε (και ξανασυστήνομαι ΕΔΩ, το 2018)
***

Μου αρέσει!Δείτε περισσότερες αντιδράσεις
Σχολιάστε

Σάββατο, 30 Δεκεμβρίου 2017

Μανούλα μου...

Ήταν κοντά το τραγούδι, όπως και κάθε μάνα στο παιδί της...!



TERZHS-Apolauste ton (sto mpouzouki o Tzistoudis)

Το θρυλικό τραγούδι που έμεινε 20 χρόνια στα αζήτητα, το πήρε ο Μητροπάνος και το έκανε ιστορία

Ο Δημήτρης Μητροπάνος υπήρξε ίσως η τελευταία μεγάλη, αληθινή φωνή του ελληνικού τραγουδιού. Το τραγούδι του απλό, γνήσιο, καθαρό. Σε μία εποχή που αναδείκνυε και αναδεικνύει τα αστραφτερά «περιτυλίγματα» εκείνος χρειαζόταν μόνο ένα μικρόφωνο.
Τα τραγούδια του αφηγούνται την ιστορία, τα λάθη, τους έρωτες και τις πίκρες μας. Πέρα όμως από την φωνή του ξεχώρισε και για το ήθος, την ακεραιότητά του, την μπέσα του.
Αρκεί να ακουστούν οι πρώτες νότες του τραγουδιού «Η Ρόζα» για να φέρει κανείς στα αυτιά του τη φωνή του Δημήτρη Μητροπάνου και στον νου του τον Θάνο Μικρούτσικο να παίζει πιάνο.
kmlkgmmio4
«Τι με κοιτάζεις Ρόζα μουδιασμένο, συγχώρα με που δεν καταλαβαίνω τι λένε τα κομπιούτερς κι οι αριθμοί…», τραγούδησε ο Δημήτρης Μητροπάνος κι έκανε έναν από τους ύμνους που μεγάλωσαν και μεγαλώνουν γενιές.
Κι όμως, η μεγάλη αυτή επιτυχία που πολλοί την τραγούδησαν και την χόρεψαν, ίσως όσο καμία, ήταν κρυμμένη και ξεχασμένη για χρόνια μέσα σε ένα συρτάρι.
Φαίνεται όμως πως ισχύει για τα τραγούδια αυτό που λένε και για τους ανθρώπους. Κανένα καλό δεν πάει χαμένο…
Το 1996 κυκλοφόρησε από την εταιρία Minos EMI ο δίσκος «Στου αιώνα την παράγκα», που μεταξύ άλλων περιείχε και τη «Η Ρόζα».
Είκοσι χρόνια πριν από την κυκλοφορία του τραγουδιού, το 1976, ο ποιητής Άλκης Αλκαίος είχε στείλει το ποίημά του «Η Ρόζα», στον Θάνο Μικρούτσικο για να το μελοποιήσει.
kmlkgmmio3
Ο γνωστός συνθέτης έμενε τότε σε διαμέρισμα μιας πολυκατοικίας στην Αθήνα. Η έμπνευση ήρθε σχεδόν αστραπιαία, αλλά η ώρα ήταν περασμένη και κατά συνέπεια κάπως ακατάλληλη για ηχογράφηση.
Ο Θάνος Μικρούτσικος μη θέλοντας να ενοχλήσει τους γείτονες, πάτησε τη σουρντίνα του πιάνου (ένα εξάρτημα που προσαρμόζεται στα έγχορδα όργανα για να «πνίγει» τον ήχο) και ξεκίνησε να ηχογραφεί το τραγούδι.
Το αποτέλεσμα της ηχογράφησης δεν ήταν και το καλύτερο δυνατό κι έτσι η Ρόζα έμεινε για πολύ καιρό στα… αζήτητα.
Ο Θάνος Μικρούτσικος είχε παίξει τη Ρόζα, μεταξύ άλλων, και στη Χαρούλα Αλεξίου, αλλά η κακή ποιότητα του ήχου φαίνεται πως «ψιλοχαντάκωσε» το κομμάτι κι έτσι η σπουδαία ερμηνεύτρια το προσπέρασε και δεν θέλησε να το ερμηνεύσει. Τα χρόνια περνούσαν και η Ρόζα παρέμενε σε ένα συρτάρι.
Πώς κατέληξε η Ρόζα στον Δημήτρη Μητροπάνο
Ο Θάνος Μικρούτσικος συναντά για πρώτη φορά δισκογραφικά τον Δημήτρη Μητροπάνο το 1996 στον δίσκο «Στου αιώνα την παράγκα» σε στίχους Άλκη Αλκαίου, Κώστα Λαχά, Λίνας Νικολακοπούλου και Γιώργου Κακουλίδη.
Μόλις είχε λήξει η υπουργική θητεία του Θάνου Μικρούτσικου στο υπουργείο Πολιτισμού με την κυβέρνηση του Ανδρέα Παπανδρέου και ο γνωστός συνθέτης αναζητούσε ερμηνευτή για τον νέο του δίσκο.

Συνήθως, οι συνθέσεις των δημιουργών προσαρμόζονται στη φωνή των ερμηνευτών. Στην περίπτωση του Θάνου Μικρούτσικου και του Δημήτρη Μητροπάνου δεν ισχύει τίποτε τέτοιο, καθώς αυτά τα δύο στοιχεία αλληλοσυμπληρώνονται.
Το αποτέλεσμα αυτής της συνεργασίας εντυπωσιακό. Ένας μαγικός δίσκος από εκείνους που μας κάνουν να μην βλέπουμε την ώρα να τρέξουμε να τους ακούσουμε ξανά και ξανά.
Όλη η Ελλάδα τραγουδάει τη «Ρόζα», κι άλλες μεγάλες επιτυχίες που περιλαμβάνονται στο δίσκο όπως το «Πάντα γελαστοί», το «Για μια Ντολόρες» ενώ ο Μητροπάνος συνηθίζει να ρίχνει και μερικές στροφές όταν την τραγουδάει.
kmlkgmmio2
Η συνεργασία του με τον Δημήτρη Μητροπάνο αποφασίστηκε κατά τη διάρκεια μιας τιμητικής γιορτής, που είχε οργανώσει η εταιρία για την επιστροφή του Μικρούτσικου. Την εποχή εκείνη στην εταιρία εργαζόταν ο μουσικός παραγωγός Ηλίας Μπενέτος. Ο έμπειρος παραγωγός άκουσε την ξεχασμένη Ρόζα και του έκανε το «κλικ».

Ο Θάνος Μικρούτσικος στην αυτοβιογραφία του «Ο Θάνος και ο Μικρούτσικος» -που επιμελήθηκε ο δημοσιογράφος και στιχουργός Οδυσσέας Ιωάννου- αφηγήθηκε τα εξής για τις ώρες της εγγραφής της «Ρόζας»:
«Οι ηχογραφήσεις ξεκίνησαν το καλοκαίρι του 1996. Η “Ρόζα” μας παίδεψε πολύ στο στούντιο. Δεν μπορούσαμε να βρούμε τον τρόπο που θα έπαιζαν τα τύμπανα. Ήμασταν έξι ώρες και προσπαθούσαμε να βρούμε κάτι που θα με ικανοποιούσε. Ντράμερ ήταν ο σπουδαίος μουσικός Νίκος Καπηλίδης. Δεν ήθελα τα τυπικά χτυπήματα του ζεϊμπέκικου. Κάποια στιγμή ζητάω από τον Καπηλίδη να βγάλει το πουκάμισό του! “Σοβαρολογείτε;” με ρωτάει. “Απολύτως” του απαντάω. Βγάζει το πουκάμισο και ζητάω αν υπάρχει στο στούντιο καμιά προβιά για να φορέσει! Προβιά βέβαια δεν βρήκαμε, αλλά λέω στον Καπηλίδη να σκεφτεί ότι είναι ένας Βίκινγκ και να παίξει το κομμάτι όπως θα έπαιζε το ζεϊμπέκικο ένας Βίκινγκ. Τα κατάφερε απόλυτα», θυμάται ο Μικρούτσικος, ενώ αποκαλύπτει πως ο Μητροπάνος δεν μπορούσε επί δύο εβδομάδες να τραγουδήσει λόγω… τρακ.
kmlkgmmio1
Η «Ρόζα» έγινε αμέσως επιτυχία, ο δίσκος ήταν από τους πιο εμπορικούς της τελευταίας 20ετίας και το συγκεκριμένο ζεϊμπέκικο έκανε πολλούς άντρες να σηκωθούν από την καρέκλα τους και να ρίξουν τις στροφές τους.
Όσο για το ποια είναι η Ρόζα του τραγουδιού, ο Άλκης Αλκαίος δεν αποκάλυψε ποτέ αν ήταν η εμβληματική επαναστάτρια Ρόζα Λούξεμπουργκ.
«Δε θέλησε ποτέ, μα ποτέ, όσες φορές και αν τον ρώτησα να μου πει, αλλά προσωπικά είμαι εκατό τοις εκατό σίγουρος ότι ναι, είναι! Κάποιο πολύ κοντινό του πρόσωπο μου είχε πει ότι κάποτε υπήρχε στην ζωή του μία Ρόζα αλλά για εμένα αναμφίβολα το τραγούδι έχει γραφτεί για την Λούξεμπουργκ. Το αποδεικνύει νομίζω και ο συγκλονιστικός στίχος “πώς η ανάγκη γίνεται Ιστορία / πώς η Ιστορία γίνεται σιωπή” ο οποίος συνοψίζει την συγκυρία καλύτερα από οποιονδήποτε άλλο στην ελληνική γλώσσα» είναι η απάντηση του Θάνου Μικρούτσικου, σε συνέντευξη του (1/2/2014 – εφημερίδα «Αυγή» – Θάνος Μαντζάνας), για την εμβληματική, πια, «Ρόζα» του ποιητή Άλκη Αλκαίου.
[newsbeast.gr]

Γιατί οι άνθρωποι χάνουν τον έλεγχο όταν μεθούν;


Γιατί οι άνθρωποι χάνουν τον έλεγχο όταν μεθούν;

Η απερίσκεπτη συμπεριφορά ορισμένων ανθρώπων, που χάνουν κάθε αυτοέλεγχο όταν πίνουν αλκοόλ, μπορεί να έχει και γενετική αιτία, σύμφωνα με Φινλανδούς επιστήμονες, οι οποίοι ανακάλυψαν μια γενετική μετάλλαξη που φαίνεται να προδιαθέτει ορισμένους σε τέτοια παρορμητική -και δυνητικά επικίνδυνη για τους ίδιους και τους γύρω τους – αντίδραση.
Οι ερευνητές του Πανεπιστημίου του Ελσίνκι, με επικεφαλής τον ψυχίατρο Ρούπε Τίκανεν, που έκαναν τη σχετική δημοσίευση στο περιοδικό βιολογικής ψυχιατρικής «Translational Psychiatry», μελέτησαν 170 άτομα και διαπίστωσαν ότι η μετάλλαξη αλλοιώνει το γονίδιο HTR2B, το οποίο ρυθμίζει τους πρωτεϊνικούς υποδοχείς ενός ζωτικού νευροδιαβιβαστή, της σεροτονίνης, στον εγκέφαλο.
Η μετάλλαξη αυτή επιδρά αρνητικά στη λήψη των αποφάσεων και στον αυτοέλεγχο, ιδίως σε περίπτωση κατανάλωσης αλκοόλ, αλλά όχι μόνο. Οι φορείς της μετάλλαξης (που υπολογίζονται σε 2,2% στον φιλανδικό πληθυσμό) είναι εν γένει πιο επιρρεπείς σε απερισκεψίες, όπως να οδηγούν μεθυσμένοι, να είναι πιο βίαιοι και να μπλέκονται σε καυγάδες με το παραμικρό.
Η ανακάλυψη πιθανώς εξηγεί γιατί ορισμένοι άνθρωποι επηρεάζονται τόσο πολύ, όταν πίνουν, χάνοντας τους φραγμούς τους, ακόμη και με σχετικά μικρές ποσότητες αλκοόλ.
«Οι άνθρωποι αυτοί, λόγω της μετάλλαξης, είναι πιο παρορμητικοί από τη φύση τους, ακόμη και όταν δεν έχουν πιεί, και δυσκολεύονται να αυτοελεγχθούν», δήλωσε ο Τίκανεν.
Προς το παρόν πάντως, δεν έχουν γίνει ανάλογες γενετικές μελέτες σε άλλες χώρες πέραν της Φινλανδίας, για να διαπιστωθεί σε ποιό βαθμό είναι διαδεδομένη διεθνώς η εν λόγω μετάλλαξη. Επιπλέον, η φινλανδική μελέτη έγινε σε μικρό δείγμα ανθρώπων.
Χάρη στη νέα ανακάλυψη, εφόσον επιβεβαιωθεί από μεγαλύτερες μελέτες, στο μέλλον μπορεί να αναπτυχθούν φάρμακα ή γενετικά τεστ, που να βοηθάνε στον έλεγχο της συμπεριφοράς όσους έχουν την μετάλλαξη στο γονιδίωμά τους.
πηγή

Κρήτη: «Έκαναν φτερά» 170 πρόβατα


Κρήτη: «Έκαναν φτερά» 170 πρόβατα

Το βράδυ της Παρασκευής οι καιρικές συνθήκες ήταν ιδιαίτερα δύσκολες στην ενδοχώρα του νομού Ηρακλείου με καταρρακτώδεις βροχές. Κάποιοι επιτήδειοι, αποφάσισαν να εκμεταλλευθούν τη συγκυρία και κατάφεραν να αρπάξουν ένα ολόκληρο κοπάδι, αποτελούμενο από 170 κατσίκια και πρόβατα από μάντρα, μεταξύ Πύργου και Χάρακα.
Οι ιδιοκτήτες των ζώων, δύο αδέλφια από τον Πύργο μετέβησαν το πρωί στη στάνη για να φροντίσουν τα ζώα και έκπληκτοί διαπίστωσαν ότι οι άγνωστοι δράστες τα είχαν αρπάξει όλα.
Την υπόθεση διερευνά η αστυνομία μετά την καταγγελία των κτηνοτρόφων για τη ζωοκλοπή.
Πηγή: cretapost.gr

H Έρη Ρίτσου στo TheTOC:Τα παιδιά των σπουδαίων γονιών δεν είναι σπουδαία



H Έρη Ρίτσου στo TheTOC:Τα παιδιά των σπουδαίων γονιών δεν είναι σπουδαία

Η Έρη Ρίτσου μιλά για τον Γιάννη Ρίτσο, τα παιδιά των σπουδαίων γονιών, το νέο της μυθιστόρημα και για την ...κόλαση της ελληνικής κοινωνίας.
h-eri-ritsou-sto-thetocta-paidia-twn-spoudaiwn-goniwn-den-einai-spoudaia 
To δεύτερο αστυνομικό της μυθιστόρημα της Έρης Ρίτσου με τίτλο «Κάτι κρέμεται εκεί ψηλά» κυκλοφόρησε λίγο πριν από τις εκδόσεις Κέδρος. Στην ιστορία της Μια κρύα μέρα του Γενάρη, στο νησί, ένας πατέρας με τον μικρό του γιο βλέπουν κάτι να ανεμίζει στην κορυφή του λόφου. Ένα γυναικείο σώμα κρέμεται απ' τις μεγάλες κεραίες κινητής τηλεφωνίας. Μια νέα κοπέλα έχασε τη ζωή της. Αυτοκτονία ή φόνος; Η μεαρή αστυνόμος Μαρία γεωργίου αναλαμβάνει να λύσει το μυστήριο.
Η Έρη Ρίτσου γεννήθηκε στο Βαθύ και μεγάλωσε στο Καρλόβασι της Σάμου. Κόρη της γιατρού Γαρυφαλιώς Γεωργιάδου Ρίτσου και του ποιητή Γιάννη Ρίτσου. Μετά τις σπιυδές της στο Πανεπιστήμιο έζησε στην Αθήνα και εργάσθηκε στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος. Σήμερα, ζει μόνιμα στο Καρλόβασι. Σε μια ολιγοήμερη επίσκεψη στην Αθήνα συναντηθήκαμε για να μιλήσουμε για το νέο της βιβλίο.
Φαλίτσα, Γιάννης, και Έρη Ρίτσου
Φαλίτσα, Γιάννης, και Έρη Ρίτσου
Έχετε πει πολλές φορές ότι δε θεωρείτε τον εαυτό σας συγγραφέα, ότι γράφετε από χόμπι ενώ ο πατέρας σας έγραφε από ανάγκη.
Λέω και κάτι άλλο:  Αν σκοτώσουν τους συγγραφείς θα χαθώ αδίκως. Το μόνο που με απασχολεί είναι να βγάλει ο εκδοτικός μου οίκος τα έξοδα της έκδοσης.
Αισθανθήκατε ποτέ ανησυχία για το αν πουν πως εσείς, η κόρη ενός μεγάλου ποιητή γράφει αστυνομικά ή παιδικά βιβλία;
Όχι, δε με απασχόλησε ποτέ, γιατί ο μεγάλος ποιητής έχει κάνει το έργο του, εγώ κάνω ότι μπορώ, η βιολογική συγγένεια δεν προϋποθέτει και πνευματική συγγένεια. Όλοι οι απόγονοι των μεγάλων ανθρώπων δεν είναι εξίσου μεγάλοι, δε συμβαίνει αυτό και το  ξέρουμε, δεν είχα ποτέ την ανοησία να μπω σε σύγκριση με το έργο του γεννήτορά μου.
Το οποίο όμως φροντίζετε, το επιμελείστε.
Προσπαθώ να το φροντίσω, επιλέγω κάποια πράγματα που θέλω να βγουν με μια χρονική σειρά.
Πιστεύετε ότι ο τρόπος με τον οποίο ανατρέφουν οι γονείς τα παιδιά επηρεάζει το πως αυτά αισθάνονται απέναντι στο έργο τους; Δηλαδή όσο σας ξέρω είστε πολύ αποστασιοποιημένοι από το όνομα των γονιών σας. Αυτό έχει να κάνει με την ανατροφή;
Σαφώς έχει να κάνει και με την ανατροφή αλλά και με τον κύκλο μέσα στον οποίο κινούνται τα παιδιά. Δηλαδή η ανατροφή η δική μου ήταν: «έχουμε μια δουλειά και την κάνουμε με τον καλύτερο τρόπο» και από την μεριά της μητέρας μου και από την μεριά του πατέρα μου.
Θα ήθελα να σημειώσω εδώ για όσους δε το ξέρουν πόσο αυτόνομη και σπουδαία προσωπικότητα ήταν η μητέρα σας, μια εξαιρετική γιατρός, η Φαλίτσα Ρίτσου.
Ναι είναι αλήθεια, η προσωπικότητα της μητέρας μου έχει εντυπωθεί σε όλους τους ανθρώπους της Σάμου, δεν υπάρχει χρόνος να μη συναντήσω κάποιους να μου πουν πόσο καταπληκτικός γιατρός και άνθρωπος ήταν η μητέρα μου,  πόσο βοηθούσε, θεράπευε χωρίς να παίρνει χρήματα και λοιπά και λοιπά. Όταν έχεις λοιπόν δυο τέτοιους ανθρώπους που δίνουν τα πάντα για τη δουλειά ους χωρίς όμως αυτό να το βγάζουν προς τα έξω επιδεικτικά,  μεγαλώνεις απολύτως φυσιολογικά. Θα μπορούσε ο πατέρας μου να είναι ένας εξαιρετικός τραπεζικός υπάλληλος. Δε θάχα κανένα λόγο να μην είμαι υπερήφανη, θα χαιρόμουν που θα ήταν εξαιρετικός. Το ίδιο ισχύει και τώρα για μένα. Εξάλλου μη ξεχνάμε ότι για τα παιδιά δε μετράει αν ο πατέρας σου είναι καλός τσαγκάρης ή καλός ποιητής,  αυτό που μετράει είναι να στέκεται σαν καλός γονιός δίπλα σου, να εισπράττει αγάπη, τρυφερότητα, στοργή. Εγώ έχω εισπράξει τόσο μεγάλη ποσότητα από αυτά που έχω αποθέματα και για άλλους.  Δεν ένιωσα ποτέ μου ότι έπρεπε να αποδείξω κάτι γιατί για τους γονείς μου ήμουν αποδεκτή έτσι όπως ήμουνα.
Εσείς, παρόλα αυτά, έχοντας μια καριέρα στην τράπεζα αποφασίζετε κάποια στιγμή να γράψετε. Πως ξεκινήσατε;
Εξαιτίας της Λητώς, της κόρης μου. Σε αντίθεση με εμένα που όταν ήμουνα παιδάκι διάβαζα το ίδιο παραμύθι ξανά και ξανά, η Λητώ δεν ήθελε να ακούει το ίδιο παραμύθι δεύτερη φορά. Αφού εξαντλήσαμε όλους του Γκριμ και τους Άντερσεν και τα παραδοσιακά παραμύθια άρχισα να της λέω παραμύθια από το μυαλό μου. Έτσι μια φορά που είχε  πάει διακοπές στον παππού και τη γιαγιά, είχε παραγγείλει να της γράψω ένα παραμύθι το οποίο έγραψα και ήταν το πρώτο που εκδόθηκε. Μετά γλυκαίνεσαι γράφεις το ένα και ένα άλλο κι φτάνεις στους ενήλικες.
Και με τα βιβλία για ενήλικες;
Έγραψα ένα βιβλίο με διηγήματα το «Γιατρός επαρχίας» και μετά από αυτό ήθελα να δοκιμάσω το μυθιστόρημα. Έγραψα το «Μυστικά και αποκαλύψεις» για το Καρλόβασι της Σάμου, ένα ιστορικό μυθιστόρημα για μια οικογένεια μεγαλοβυρσοδεψών που ακολουθεί τη μοίρα του τόπου και της βυρσοδεψίας. Είναι η άνοδος και η πρώτη και του τόπου και των ανθρώπων.
Παρόλο που μείνατε τόσα χρόνια στην Αθήνα, επιστρέψατε στη Σάμο, στο πατρικό σας σπίτι και έρχεστε σπάνια στην πρωτεύουσα.
Ήταν σκοπός της ζωής μου, το όνειρό μου. Γιαυτό και όλα τα χρόνια που έμεινα στην Αθήνα φρόντισα να μη δεθώ καθόλου μαζί της για να μην αντιμετωπίσω ποτέ το δίλημμα να φύγω ή να μείνω. Έτσι, όσα χρόνια έμεινα στην Αθήνα και έμεινα πολλά από το 1982, λειτούργησα σαν επαρχιώτης. Από την Αθήνα ξέρω μόνο τους δρόμους που ξεκινάνε από την Ομόνοια και τους δρόμους που ξεκινάνε από το Σύνταγμα. Δε την έχω περπατήσει, δε την έχω ζήσει, επίτηδες, γιατί δεν ήθελα να δεθώ συναισθηματικά. Όταν πήρα τη σύνταξή μου, μάζεψα τα μπογαλάκια μου και επέστρεψα στη Σάμο που ζω την απόλυτη ευτυχία. Αν δεν υπήρχαν οι τραγικές συνθήκες που ζούμε...
Εννοείτε και το προσφυγικό, το οποίο επηρεάζει τη ζωή του νησιού.
Είμαστε ένα νησί, όχι τουριστικό όπως η Μύκονος, η Σαντορίνη, η Ρόδος που ο κόσμος ζει εν μέρει από τον τουρισμό και οι άνθρωποι είναι αγρότες, εργάτες. Τα χρόνια της κρίσης ο αγροτικός πληθυσμός κυρίως υποφέρει. Η κρίση χτύπησε άγρια τον τόπο και αν βάλουμε και το προσφυγικό η κατάσταση δυσκολεύει γιατί οι άνθρωποι αυτοί που φτάνουν στις ακτές μας έχουν εγκλωβιστεί το νησί, δε μπορούν να πάνε πουθενά, μένουν σε ένα στρατόπεδο-κέντρο που έχει δυναμική για 800 ανθρώπους και σήμερα μένουν πάνω από 2.500 άνθρωποι σε άθλιες συνθήκες οπότε καταλαβαίνεις τι αντανάκλαση έχει αυτό και σε αυτούς και στη ζωή του νησιού.
Μόλις κυκλοφόρησε το καινούργιο σας βιβλίο το δεύτερο αστυνομικό. Γιατί θελήσατε να γράψετε αστυνομικό;
Το 2015 ήθελα να πω τον πόνο μου σε μια χρονιά με τρεις εκλογικές αναμετρήσεις και όλα όσα έγιναν ανάμεσα και στην πολιτική και την κοινωνία. Αυτά που ακούγαμε ως αριστερό λόγο δεν είχαν καμία σχέση με τις πράξεις. Η πρώτη φορά που δεν πήγα να ψηφίσω, ήταν στο δημοψήφισμα. Ήθελα να μιλήσω και το έκανα με το πρώτο μου αστυνομικό γιατί με βοηθούσε αυτή η φόρμα. Ο καμβάς μου είχε όλα τα χαρακτηριστικά του αστυνομικού, σασπένς, πιθανοί δολοφόνοι, κίνητρα εγκλήματος αλλά μέσα από τις κουβέντες των χαρακτήρων βγαίνουν όλα τα προβλήματα των ημερών εκείνων, περικοπές συντάξεων, κατάργηση δικαιωμάτων, η άνοδος του φασισμού. Οπότε έχει και τα πολιτικοκοινωνικά στοιχεία. Έτσι προέκυψε το πρώτο βιβλίο. Το δεύτερο προέκυψε εξαιτίας της ηρωίδας του πρώτου, της αστυνομικού Μαρίας Γεωργίου και εξαιτίας των φίλων μου που επέμεναν να μην αφήσω την ηρωίδα ξεκρέμαστη. Αλλά επειδή δεν είμαι διατεθειμένη να δεσμευτώ από την ηρωίδα που έπλασα, φροντίζω στο τέλος του δεύτερου βιβλίου και της αλλάζω καριέρα. Και εδώ σταματάει η ενασχόλησή μου με την αστυνομική λογοτεχνία. Θα πάμε για κάτι άλλο μετά. Δεν είμαι συγγραφέας αστυνομικών.
Μου λέτε ότι δεν είστε συγγραφέας.
Είμαι συνταξιούχος τραπεζικός, γράφω ερασιτεχνικά, δεν είμαι ειδήμων. Η συγγραφή είναι το χόμπι μου, δεν είναι επάγγελμα, γιαυτό το λέω.
Στο τελευταίο σας βιβλίο τι υπόθεση έχουμε;
Όταν ήμουν στην Αθήνα είχα μάθει για ένα έγκλημα που έγινε στο Καρλόβασι. Βρέθηκε μια κοπέλα κρεμασμένη σε ένα λόφο από μια κεραία κινητής τηλεφωνίας. Δεν έμαθα τίποτα άλλο για την υπόθεση, αλλά μου είχε μείνει αυτή η εικόνα στο μυαλό από ένα μικρό μέρος στο οποίο δεν είχε γίνει κάτι ανάλογο, ούτε έγκλημα. Ήταν ένα έγκλημα που δε διαλευκάνθηκε ποτέ. Έχοντας λοιπόν αυτή την εικόνα και όχι με την ιστορία της, την οποία δεν ξέρω καθόλου-, ξεκίνησα και έκανα την ιστορία μου, μια ιστορία χωρίς στοιχεία που καταλήγει κάπου εξαιτίας της αστυνομικού ηρωίδας μου.
Συμπαθείτε τους ήρωές σας;
Την έχω συμπαθήσει την ηρωίδα μου και της έχω μεταφέρει κάποια πράγματα που αγαπώ κι εγώ, γιατί τον ήρωά σου τον προικίζεις και με δικά σου γούστα. Ίσως κάποια στιγμή στο μέλλον κάνει ξανά την εμφάνισή της.
Περίπου έχετε φανταστεί τους αναγνώστες σας;
Η αλήθεια είναι ότι τον μόνο αναγνώστη που σκέφτομαι είναι η κόρη μου η Λητώ που είναι και δύσκολη και κάνει δριμεία κριτική. Το αναγνωστικό κοινό μου δε μπορεί να το φανταστώ γιαυτό και πολύ χαίρομαι όταν έρχονται άγνωστοι άνθρωποι κυρίως στο facebook και μου γράφουν τι τους άρεσε και τι όχι, ή ότι διάβασαν το βιβλίο μου. Πλαταίνει το πράγμα και χαίρεσαι γιατί το βιβλίο σου έχει ανταπόκριση και σε ανθρώπους που δεν έχεις δει ποτέ στη ζωή σου.
Έρη και Γιάννης Ρίτσος, 1997
Έρη και Γιάννης Ρίτσος, 1997
Είστε πολύ ενεργή στο Facebook, πέστε μου τι σας αρέσει σε αυτή την κοινότητα.
Μου αρέσει πολύ. Αυτά που δε μου αρέσουν απλά τα προσπερνάω. Μέσα από το Facebook γνώρισα εξαιρετικά αξιόλογους ανθρώπους που δε θα είχα τη δυνατότητα να γνωρίσω αλλιώς. Και αυτό το θεωρώ μεγάλο πλούτο γιατί μπορεί να διαβάζω και πολλά πράγματα και ανοίγω πολλά παράθυρα στη ζωή. Το μέσο δεν είναι καλό ή κακό, η χρήση ποικίλει. Εγώ το χρησιμοποιώ για να μαθαίνω πράγματα και να διευρύνω ένα κύκλο φίλων. Το έχω εκτιμήσει φοβερά αυτό.
Που βρισκόμαστε σήμερα σαν χώρα και σαν κοινωνία;
Στην πιο σκοτεινή άκρη της κόλασης. Κοινωνικά και πολιτικά.. Όταν βλέπεις όλα όσα γίνονται γύρω σου, δε μπορείς να κοιμηθείς ήσυχος.  Νομίζω ότι ο κόσμος αν μείνει σε αυτή την παθητικότητα, δε ξεσηκωθεί θα πεθάνουμε, θα αφανιστούμε. Είμαστε πιεσμένοι και όλος αυτός ο θυμός και η οργή δε διοχετεύονται, βράζουμε στο ζουμί μας. Το ουσιαστικό είναι να ξανακερδίσουμε όχι μόνο τη χώρα αλλά και την ίδια μας τη ζωή.
πηγή

Ο συμπολίτης οδηγός ταξί, ο οποίος κάθε χρόνο ντύνεται Άγιος Βασίλης,


Απρόσμενος επισκέπτης


Ο κ. Δημήτρης Καραθάνος επιφύλαξε μία ευχάριστη έκπληξη στους υπαλλήλους της Διεύθυνσης Δημόσιας Υγείας και Κοινωνικής Μέριμνας των Περιφερειακών Ενοτήτων Μαγνησίας και Σποράδων. Ο συμπολίτης οδηγός ταξί, ο οποίος κάθε χρόνο ντύνεται Άγιος Βασίλης, φόρεσε και φέτος τη στολή του. Έτσι με αφορμή την επίσκεψή του στην υπηρεσία για υπόθεση που ήθελε να διεκπεραιώσει, κέρασε κουραμπιέδες τους εργαζόμενους και μοίρασε ευχές, σκορπίζοντας πολλά χαμόγελα. Και του χρόνου…