Παρασκευή, 7 Ιουλίου 2017

Το TheTOC αναζήτησε τον ψυχίατρο για το Survivor της Ελλάδος!



Το Survivor στο ντιβάνι. Ένας ψυχίατρος αναλύει το ριάλιτι-φαινόμενο

O ψυχίατρος Δημήτρης Παπαδημητριάδης απαντά στις ερωτήσεις του The TOC για την "κλειδαρότρυπα", τη δόξα, τον ναρκισσισμό και την ταύτιση με τους παίκτες
to-survivor-sto-ntibani-enas-psuxiatros-analuei-to-rialiti-fainomeno

Όλοι κάθε βράδυ είναι μπροστά στην τηλεόρασή τους. Τα
 social media νεκρώνουν από άλλα θέματα και στο τουίτερ γίνεται χαμός. Hastags με άγνωστα ονόματα, αυτά των παικτών είναι πρώτα και όλοι αναρωτιούνται: Τι συμβαίνει και γιατί το Survivor έχει τόσο μεγάλη επιτυχία; Με την Ελλάδα να συναταράζεται από καθημερινά μικρά και μεγάλα προβλήματα, αναζητήσαμε τα αίτια της δημοφιλίας στο ντιβάνι του ειδικού.

Το TheTOC αναζήτησε τον ψυχίατρο Δημήτρη Παπαδημητριάδη για να δώσει απαντήσεις στις απορίες όλων μας.



-Τι πιστεύετε για την επιτυχία και τις υψηλές θεαματικότητες του Survivor; 
Καταρχάς είναι ψυχαγωγικό. Οι άνθρωποι αγαπούν την ψυχαγωγία. Επίσης αγαπούν την κλειδαρότρυπα, δηλαδή τη δυνατότητα να χαζεύουν τις ζωές των άλλων, με τους ανταγωνισμούς, τα μίση και τα πάθη τους, από την ασφάλεια του καναπέ. Σ’ ένα τέτοιο παιχνίδι, οι τηλεθεατές μπορούν να συγκρίνονται ανώδυνα με τους παίκτες που εμπλέκονται σε περίπλοκες καταστάσεις, στις οποίες οι ίδιοι είτε θα επιθυμούσαν να συμμετέχουν, είτε απεύχονται. Την ίδια στιγμή πρόκειται για ένα τηλεοπτικό προϊόν εύπεπτο, με οικείους προβληματισμούς που αφορούν στην ανθρώπινη διεπαφή και επομένως με την ευκολία της ταύτισης, μακριά από την περιπλοκότητα της ειδησεογραφικής επικαιρότητας, το ανιαρό αναμάσημα της δυσοίωνης οικονομικής πραγματικότητας της χώρας, την επαναληπτικότητα των πάνελ με τους ξυλόγλωσσους πολιτικούς και ειδήμονες, κ.ο.κ.. Σε αυτό συμβάλλει κι η πραγματική ένδεια της Ελληνικής τηλεόρασης που δεν έχει να αντιπροσφέρει οτιδήποτε το αξιόλογο και το πρωτότυπο.  
-Έχει σχέση με το ότι ο θεατής αισθάνεται ότι πρόκειται για κάτι αυθεντικό, όχι σαν την κατασκευή ενός σίριαλ;
Το Survivor αντικατοπτρίζει μια νοσταλγία για την αυθεντικότητα, την οποία ο τηλεθεατής έχει αποστερηθεί



σφόδρα με τη χρονίζουσα τηλεοπτική κονσέρβα. Εισάγει φρέσκα πρόσωπα απέναντι στο μονοπώλιο των συνήθων υπόπτων τηλεπαρουσιαστών και λοιπών πρωταγωνιστών της μικρής οθόνης. Και μάλιστα ανθρώπους εντελώς τυχαίους, που διεγείρουν τους κρυφούς πόθους του μέσου τηλεθεατή για αυτόματη διασημότητα μέσα από το απόλυτο τίποτα, την οποία καλλιέργησε ο ναρκισσισμός και το life-style που σερβίρουν τα Μέσα Ενημέρωσης και η διαφήμιση από δεκαετιών. Λόγω της προσλαμβανόμενης διαδραστικότητας, ο θεατής έχει εδώ την ψευδαίσθηση της προσωπικής του επίδρασης επί των εξελίξεων και αισθάνεται λιγότερο παθητικός αποδέκτης. Ασφαλώς, τη συνταγή της επιτυχίας συμπληρώνει το ειδυλλιακό περιβάλλον, η καλοκαιρινή εικόνα πάνω στην εκπνοή ενός μάλλον έντονου χειμώνα, που απαντά στην ανάγκη του κουρασμένου Έλληνα να αποδράσει από τη ρουτίνα του, τουλάχιστον με τη φαντασία αφού δεν έχει, πλέον, πολλές και περισσότερο ρεαλιστικές δυνατότητες.  



-Γιατί πιστεύετε ότι το παιχνίδι προσελκύει τον θεατή; Για τις αθλοπαιδιές ή για τις σχέσεις των παικτών μεταξύ τους;
Θα έλεγα και τα δύο. Οι θεατές διασκεδάζουν με απλά ηθικά διλήμματα, αλλά συναισθηματικά φορτισμένα, όπως “τι θα έκανα εγώ στη θέση του παίκτη; Θα έλεγα ψέματα για να κερδίσω; Θα έπαιζα καλύτερα;”.  Αυτό επικοινωνεί απευθείας με το μηχανισμό του εσωτερικού μας ελέγχου που είναι ιδιαίτερα ενοχικός στις ατομοκεντρικές δυτικές κοινωνίες όπως η δική μας, οι οποίες στηρίζονται στην πρωτοβουλία, στην επιτυχία και στην καταξίωση. Κι αν αυτό ακούγεται αρκούντως βαθυστόχαστο, οι θεατές προσελκύονται από τα καλογυμνασμένα σώματα και τις μάλλον ρηχές συζητήσεις γύρω από το σεξ, που ανήκει έτσι κι αλλιώς στην πρώτη βαθμίδα των φυσικών αναγκών μας.    



-Οι θεατές ταυτίζονται με τους ρόλους του καλού, του κακού κλπ. μέσα στο παιχνίδι;
Αισθάνομαι ότι καθώς οι θεατές παρακολουθούν τις συμπεριφορές των παικτών, αναδεύονται οι δικές τους υποσυνείδητες ιδέες αυτομομφής και αυτοϋποτίμησης. για την απόκλισή τους από τους υπέρμετρους στόχους που υπαγορεύει η εποχή μας. Ερεθίζονται, δηλαδή, οι μοιραίες χαρακτηρολογικές παθολογίες των καιρών μας, όπως η εξαρτητικότητά μας (αξίζω μόνο αν με αγαπούν ή με θαυμάζουν), η επιτευγματικότητα (αξίζω μόνο αν πετυχαίνω) και η τελειοθηρία (αξίζω μόνο αν είμαι άψογος). Ταυτόχρονα κινητοποιούνται συναισθήματα εντελώς μεσογειακά, ίδια της κοινωνικής μας παράδοσης, όπως η ντροπή, το φιλότιμο και ο φόβος του εξοστρακισμού και η εκδίκηση. Υποθέτω, λοιπόν, ότι περιστασιακά ταυτίζονται και με τους δύο ρόλους.  



-Ποια ανάγκη μας καλύπτει το Survivor;
Την ανάγκη του ανήκειν, όσο και την ανάγκη μας να αποδράσουμε. Γινόμαστε εύκολα οπαδοί ομάδων, κομμάτων, κ.α. ορμώμενοι από τη βασική μας ανάγκη να συνυπάρχουμε με άλλους σε ομαδικές συνθήκες. Την ίδια στιγμή, επιθυμούμε να δραπετεύουμε από την καθημερινότητα με νέες συγκινήσεις. Με όχημα μικρούς, ιδεατούς ήρωες που αφαιρούν λίγο από το βάρος της ταλαίπωρης ύπαρξής μας.  



-Ο διχασμός ανάμεσα σε μαχητές και διάσημους, εκφράζει και μια τάση μέσα στην κοινωνία να υπάρχει αντίπαλος;
Εξελικτικά, η επιβίωση του ατόμου ή της ομάδας στην οποία ανήκει είναι συνάρτηση του ανταγωνισμού με άλλα άτομα ή με άλλες ομάδες για τους διαθέσιμους πόρους. Ακόμη και η συνεργασία και η αλληλεγγύη μέσα στην ίδια ομάδα είναι στην πραγματικότητα στρατηγικές ανταγωνισμού, καθώς προσδίδουν σε μία δεδομένη ομάδα ένα ενδεχόμενο ανταγωνιστικό πλεονέκτημα με την άθροιση περισσότερων δυνατοτήτων ή δεξιοτήτων. Επιπλέον, οι άνθρωποι κάθε κοινωνίας μετρούν την αξία τους με το καντάρι της επιτυχίας τους έναντι των άλλων, ευρισκόμενοι σε μια αέναη διαπροσωπική σύγκριση. Στη σχετικότητα της προόδου μας, αντιλαμβανόμαστε ότι εξελισσόμαστε όσο συνεχίζουμε να διαφοροποιούμαστε. Πάντα πρέπει να υπάρχει αντίπαλος, λοιπόν, ως κίνητρο ανέλιξης και ως αντίβαρο στην αυτοαξιολογητική ζυγαριά. Το Survivor δεν είναι εξαίρεση και εξυπακούεται ότι το ενδιαφέρον των θεατών συγκινεί ο ανταγωνισμός, περισσότερο από οτιδήποτε άλλο λαμβάνει χώρα εκεί. 



-Οι ψηφοφορίες του κοινού δείχνουν μέχρι τώρα την προτίμησή του για τον «καλό». Τι μοντέλο είναι αυτό που επιζητούμε;
Οι έρευνες δείχνουν ότι στα κοινωνικά σύνολα, ακόμη και σ΄ ένα παιχνίδι Reality που τα αναπαράγει ως μικρογραφία ή εν είδει ζωντανού κοινωνικού πειράματος επί της οθόνης, οι θεατές απολαμβάνουν την παρουσία ενός “προσώπου που αγαπούν να μισούν”. Ο κυριαρχικός χαρακτήρας, ή ο “κακός” του παιχνιδιού αν προτιμάτε, εξοστρακίζεται προοδευτικά γιατί ο μέσος θεατής - ο μόνιμα αποκλίνων από τις υψηλές προσδοκίες της δυτικής επιτευγματικής και τελειοθηρικής κοινωνίας -, αδυνατεί να ταυτιστεί μαζί του μακροπρόθεσμα και σταθερά. Πολύ περισσότερο, τον αντιπαθεί ως μέτρο της δικής του αδυναμίας με αυτούς τους όρους.  



-Γιατί πιστεύετε ότι κάποιος πάει στο Survivor;
Τον πλούτον πολλοί εμίσησαν, την δόξαν ουδείς, λέει ο λαός. Παιχνίδια με σημαντική τηλεθέαση και δημοσιότητα όπως αυτό υπόσχονται αυτόματη αναγνωρισιμότητα, ιδιαιτέρως ελκυστική στην εποχή μας όπου προβαλλόμενα πρότυπα είναι οι κάθε λογής επώνυμοι, ανεξάρτητα της αντικειμενικής τους υπόστασης. Βέβαια, η διασημότητα είναι ο κολασμός του άξιου και η τιμωρία του ταλέντου, αλλά στην ψηφιακή πραγματικότητα των κοινωνικών δικτύων και των ηλεκτρονικών μέσων, η αναγνωρισιμότητα μετράει - βραχυπρόθεσμα έστω -, το βάρος της σε χρυσό, διαψεύδοντας ακόμη και τη γνωστή λαϊκή ρήση. Από την άλλη, όπως έγραψε ο Μαρκ Τουέιν, “η δόξα είναι καπνός, η διασημότητα τυχαία, και το μόνο εγγυημένο πάνω στη γη είναι η λήθη”…



-Τι σύμπτωμα της κοινωνίας είναι το Survivor;
Μια έρευνα κατέδειξε κάποτε ότι η υψηλή προτίμηση για εκπομπές reality σχετίζεται θετικά με αυξημένα επίπεδα ναρκισσισμού. Στον αντίποδα, η συσχέτιση του ναρκισσισμού με την προτίμηση για τα ενημερωτικά προγράμματα είναι αρνητική, πιθανότατα γιατί εκείνοι οι θεατές τείνουν κοινωνιότροποι, δηλαδή κοινωνικά πιο ευαίσθητοι και λιγότερο ατομικιστές. (Με τον ναρκισσισμό εννοούμε στην επιστήμη μας τη μεγαλοπρεπή αίσθηση αυτοσημασίας, την έντονη ενασχόληση με ζητήματα φήμης και επιτυχίας, το ακόρεστο αίσθημα μοναδικότητας, την έλλειψη ενσυναίσθησης και την τάση εκμετάλλευσης των άλλων για ίδιο όφελος.) Επομένως, πρόκειται για άλλο ένα σύμπτωμα του αυξανόμενου ναρκισσισμού της δυτικής κοινωνίας.  



-Είμαστε μια φτωχοποιημένη χώρα που βλέπει φανατικά ένα παιχνίδι επιβίωσης. Έχετε κάποια ερμηνεία γιαυτό;
Από τη στιγμή που το “σκέφτομαι άρα υπάρχω” αντικαταστάθηκε με το “καταναλώνω άρα υπάρχω”, η απώλεια της δυνατότητάς μας να καταναλώνουμε όπως πριν μας καθιστά εξόριστους και περιττούς, απομονωμένους, ανήμπορους και οργισμένους. Ο ματαιωμένος εγωισμός του τηλεθεατή, μέτοχου της κατά τα άλλα ναρκισσιστικής, αλλά συνάμα φτωχοποιημένης, κοινωνίας μας, ανακουφίζεται μερικά μέσω της ταύτισης με τους παίκτες στο γυαλί. Γιατί αυτοί μοιάζουν να λειτουργούν ως προικισμένοι αντιπρόσωποί μας. Μας υποκαθιστούν σ’ ένα παρόμοιο με το δικό μας αγώνα όπου πρέπει να ικανοποιηθούν οι ουσιώδεις ανάγκες: της ασφάλειας, της κοινωνικής αποδοχής, της αυτοεκτίμησης και της αυτοπραγμάτωσης Έναν αγώνα που, όμως, λαμβάνει χώρα κάπου ανάμεσα στα διαλείμματα για διαφημίσεις μιας πληθώρας καταναλωτικών αγαθών (!).

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου